της Έλενας Τσακίρη

Είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ελληνες σκηνοθέτες, που μεσουράνησε τα προηγούμενα χρόνια στο τηλεοπτικό τοπίο, με τις σειρές του να θεωρούνται από τα πιο δημοφιλή τηλεοπτικά προγράμματα.

Ο Μανούσος Μανουσάκης τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει ότι, εκτός από τη σκηνοθετική καρέκλα, διαχειρίζεται με την ίδια μαεστρία και τον χώρο της ελαιοπαραγωγής. Δύο κτήματα που ελέω κληρονομιάς έπεσαν στα χέρια του, στη Σελλασία και στο Χιλιομόδι Κορινθίας, καλλιεργήθηκαν, το ελαιόλαδο απέκτησε εμπορική αξία, ενώ το περασμένο καλοκαίρι διακρίθηκε σε διεθνή έκθεση, κερδίζοντας το πρώτο και το τρίτο βραβείο.

Στο χωράφι είσαι εσύ και ο Θεός. Δεν ξέρεις τι καιρό θα κάνει. Παλεύεις με χαλάζι, πάγο, το αν θα βρέξει την κατάλληλη εποχή. Εχεις μαγαζί χωρίς ταβάνι. Ο σκηνοθέτης και παραγωγός βιολογικής ελιάς μιλά στο «AΓΡΟBUSINESS» για το πώς ξεκίνησαν όλα, αλλά και για τον δύσκολο αγώνα του αγρότη.

Κληρονομήσατε ένα κτήμα το οποίο είχε καταστραφεί από πυρκαγιά. Πώς φτάσατε μέχρι την παραγωγή και τις εξαγωγές;

Αυτή η πυρκαγιά έγινε πριν από 28 χρόνια. Τότε εμείς δεν είχαμε ιδέα ούτε για ελιές ούτε για κτήματα, πηγαίναμε στο χωριό για διακοπές. Η πυρκαγιά αυτή έκαψε γύρω στα 200.000 ελαιόδεντρα. Ενα φανταστικό νούμερο. Κάποια στιγμή, ο πεθερός μου αποφάσισε να μοιράσει τα κτήματα στα παιδιά του. Και ξαφνικά βρέθηκα με μια έκταση 150 στρέμματα. Ντρεπόμουν να έχω στην κατοχή μου μια αγριεμένη γη. Σκέφτηκα, λοιπόν, να καλλιεργήσω βιολογική ελιά. Αποφασίσαμε να φυτέψουμε 2.500 ελιές.

Και, βέβαια, όταν έχεις τέτοιον αριθμό να διαχειριστείς, εμπλέκεσαι ενεργά στα χωράφια. Και η ελιά είναι ένα ερωτεύσιμο δέντρο. Είναι ένα φοβερά ευγνώμον δέντρο. Με ελάχιστη προσφορά, σου αποδίδει τα μέγιστα. Αποφασίσαμε εξαρχής να κάνουμε βιολογική καλλιέργεια. Ολη αυτή η προσπάθεια, άλλωστε, είχε και μια φιλοσοφία. Ακριβώς επειδή ήμασταν γεωργοί πολυτελείας – δεν εξαρτιόμασταν οικονομικά από το κτήμα, αν και θα μπορούσαμε. Μην το κρύβουμε, δεν περιμέναμε να πουλήσουμε το λάδι για να ζήσουμε, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εγώ θαυμάζω τους αγρότες. Που εξαρτώνται να επιβιώσουν από την αγροτική εργασία.

Τι εμπειρίες αποκτήσατε από την επαφή σας με το χωράφι;

Στο χωράφι είσαι εσύ και ο Θεός. Δεν ξέρεις τι καιρό θα κάνει. Παλεύεις με χαλάζι, πάγο, το αν θα βρέξει την κατάλληλη εποχή. Εχεις μαγαζί χωρίς ταβάνι. Ετσι, λοιπόν, ξεκινήσαμε, εμπλεκόμενοι συναισθηματικά στην αρχή και στη συνέχεια εμπορικά και επιχειρηματικά. Αυτήν τη στιγμή τυποποιούμε το λάδι μας και κάνουμε αρκετά σοβαρές εξαγωγές. Πήραμε και ένα βραβείο το καλοκαίρι στην Αγγλία για το αγουρέλαιο που παράγουμε στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Εμπλακήκαμε με την ελιά για το γινάτι… για να μη μείνει το κτήμα.

Το κτήμα είναι μεγάλο σχολείο. Μας έχουν τύχει χρονιές που το λάδι βρόμαγε. Είχαν σαπίσει οι ελιές από τον πάγο. Μας έχει τύχει να βρέξει τον Μάη και να χαλάσει την ανθοφορία. Ο δάκος του Οκτώβρη μας έπιασε μια χρονιά τελευταία στιγμή, καταστρέφοντας όλη τη σοδειά. Κι εκεί πάμε πάλι από την αρχή. Πέρυσι, για παράδειγμα, ανταμειφθήκαμε γιατί ήταν μια πολύ καλή χρονιά.

Πόσο εύκολο είναι για έναν αγρότη να εμπλακεί με εξαγωγές;

Είναι ένας αγώνας. Υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές φίρμες λαδιού, πολύ καλά λάδια, που οι παραγωγοί και οι τυποποιητές τους προσπαθούν να ξεχωρίσουν και να μπουν σε μια αγορά. Δεν μιλάμε για μεγάλες ποσότητες, αλλά για μικρές, περίπου 10 με 15 τόνους. Είναι μια διαδικασία δύσκολη και το πρόβλημα των παραγωγών και των τυποποιητών είναι ότι δεν συνεννοούμαστε σε έναν οργανισμό, ώστε να συμπτυχθεί όλη αυτή η παραγωγή. Ενας καταναλωτής μπερδεύεται, γιατί πάει σε μια έκθεση και υπάρχουν δεκάδες διαφορετικές ετικέτες.

Υπάρχουν, βέβαια, συνεταιρισμοί που το έχουν καταφέρει να συνενώσουν διάφορες παραγωγές σε μία ενιαία ετικέτα και μοιραία πάνε καλύτερα. Γιατί έχουν λάδι να καλύψουν τους αγοραστές. Εμείς και άλλοι πολλοί δεν έχουμε αυτήν τη δυνατότητα. Αναγκαστικά, λοιπόν, περιοριζόμαστε σε κάποια delicatessen μαγαζιά με εξειδικευμένα προϊόντα και τα λοιπά. Μια από τις κακοδαιμονίες, λοιπόν, που μας κατατρέχει είναι η πολυδιάσπαση. Ολοι είμαστε πρωθυπουργοί.

Με ποιες χώρες του εξωτερικού συνεργάζεστε;

Με την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Βουλγαρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι περισσότερες επαφές μας έγιναν μέσα από εκθέσεις. Με την προσπάθεια και τις προσωπικές επαφές του γιου μου. Εγώ είμαι στην παραγωγή και ο γιος μου στην κατανάλωση. Τρέχουμε όλοι, όμως, στις εκθέσεις. Δεν γίνεται διαφορετικά.

Πόσο πήρε για να ξεκινήσει το χωράφι να καλύπτει τα έξοδά του;

Οταν αποφασίσαμε να φτιάξουμε το κτήμα, φυτέψαμε έναν μεγάλο αριθμό ελαιοδένδρων. Είχε μια οικονομία μεγέθους να φτιάξουμε με τη μία όλα τα κτήματα. Επειτα από περίπου 15 χρόνια τα δένδρα μεγάλωσαν. Πριν από 10 χρόνια η ποσότητα άρχισε να μην είναι διαχειρίσιμη και να μην μπορούμε να την πουλάμε σε φίλους πλέον. Επρεπε, λοιπόν, να κοιτάξουμε τι θα κάνουμε. Δεν θέλαμε να τη διαθέτουμε χύμα. Θέλαμε να έχει τη σφραγίδα μας το λάδι. Γιατί υπάρχει και μια υπερηφάνεια. Ολοι πιστεύουν ότι κάνουν το καλύτερο λάδι του κόσμου.

Είναι εύκολο για κάποιον να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα ελαιόδεντρα;

Την ελιά πρέπει να την περιμένεις τουλάχιστον 15 χρόνια για να αποδώσει. Τα χρόνια της αναμονής δεν είναι εύκολα. Θέλει έξοδα η φροντίδα της. Είπαμε ότι είναι ευγνώμον δέντρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι την παρατάς. Εχει και η ελιά το χούι της. Αν δεν είσαι εσύ ο ίδιος στο χωράφι και η οικογένειά σου, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γιατί το μεγάλο κόστος είναι οι εργάτες που προσλαμβάνεις. Αν, όμως, αντέξεις, αποδίδει ένα αξιοπρεπές μεροκάματο.

Το κομμάτι των εκθέσεων είναι ένας δεύτερος αγώνας;

Κάθε χρόνο γίνονται πολλές εκθέσεις. Το θέμα είναι να επιλέξεις τις αποδοτικότερες, γιατί κάθε επίσκεψη κοστίζει για έναν αγρότη. Μπερδεύεσαι πολλές φορές, γιατί δεν ξέρεις ποια είναι η κατάλληλη. Πας, την πατάς, μαθαίνεις. Εμείς οργανώνουμε κάθε χρόνο μια έκθεση στο μετρό του Συντάγματος για Λάκωνες. Πολλοί παραγωγοί βρήκαν μέσω αυτής τον δρόμο τους για τα αθηναϊκά ράφια.

Αλλά και για αλλού, έξω από την Ελλάδα. Επίσης, το καλό με τις εκθέσεις είναι η άμεση επαφή με τον καταναλωτή. Εκτός από μια προσωπική γνωριμία, αυτό προσφέρει και ζεστό χρήμα, κατευθείαν στην τσέπη τους και γρήγορα. Εκτός από το Σύνταγμα, έχουμε κάνει έκθεση και στην Κομοτηνή. Οταν είμαστε όλοι μαζί στις εκθέσεις, προωθούμε την περιοχή μας. Και δεν πρόκειται μόνο για λάδι, αλλά και για άλλα λακωνικά προϊόντα. Και πετυχαίνουμε και καλύτερες τιμές.

Πήρατε κι ένα βραβείο φέτος σε διεθνή έκθεση.

Ναι. Πρόκειται για τα τρία αστέρια το Great Taste Award για το αγουρέλαιο από τις ελιές στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Και το τρίτο βραβείο το πήρε το λάδι μας που παράγουμε στη Σελλασία. Είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτό και μας έδωσε και μια ώθηση στην εμπορική μας πορεία.

Σκέφτεστε να επεκταθείτε και σε άλλες αγορές;

Είναι πολύ δύσκολο να καλύψουμε όλους τους αγοραστές μας. Ειδικά στο αγουρέλαιο, φέτος η παραγωγή έφτασε τον ένα τόνο. Είναι μετρημένα τα μπουκάλια, έχουν ικανοποιητική τιμή και δεν θέλουμε ακόμα να επεκταθούμε. Είμαστε ακόμα καινούργιοι και ψάχνουμε την αγορά. Θέλει μια ωρίμανση για να δούμε αν μπορούμε να προσθέσουμε κι άλλους παραγωγούς. Αλλά κάποια στιγμή μελλοντικά θα το δούμε. Γιατί αυτό είναι μονόδρομος. Αυτήν τη στιγμή, όλη η δραστηριότητα καλύπτει τα έξοδα του κτήματος. Δεν αποτελεί ακόμα επάγγελμα που μας συντηρεί αξιοπρεπώς. Εχει κάποια κέρδη, αλλά, κυρίως, συντηρούμε το κτήμα, το οποίο δεν είναι κάτι φθηνό.

Πώς σχολιάζετε τη στροφή των Ελλήνων παραγωγών στο delicatessen;

Είναι μονόδρομος για την ελληνική παραγωγή. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να ανταγωνιστούμε τη ποσότητα άλλων χωρών. Το λάδι μας, όμως, έχει υψηλή ποιότητα και πρέπει αυτή την υπεραξία να την εισπράξουμε. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε το λάδι της Χιλής σε σουπερμάρκετ του εξωτερικού. Αυτό είναι αδύνατον. Γιατί και το κόστος παραγωγής μας είναι πολύ μεγαλύτερο.

Δεν υπάρχουν στην Ελλάδα αυτές οι τεράστιες εκτάσεις που υπάρχουν στο εξωτερικό, όπως στην Ισπανία, για παράδειγμα. Στη χώρα μας τα κτήματα είναι μικρά. Το να έχεις 150 στρέμματα ενιαία στη Λακωνία είναι μοναδικό. Είναι πάρα πολύ σπάνιο, κι όμως δεν είναι μεγάλη έκταση σε σχέση με άλλες χώρες. Η μοναδική μας ελπίδα είναι η ποιοτική επιβολή του ελληνικού ελαιολάδου.

Υπάρχει ενημέρωση της διεθνούς αγοράς για την ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου;

Οσο περνά ο καιρός, όλο και πιο πολύ. Ομως, είναι αλήθεια ότι τον τελευταίο καιρό έχουμε να αντιπαλέψουμε τη γενικότερη εικόνα της χώρας προς τα έξω. Η οποία είναι πάρα πολύ κακή κι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Βέβαια, υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα, εξίσου σοβαρό. Στην Ιταλία, σε όποιο εστιατόριο κι αν πας, έχουν το μπουκάλι του ελαιολάδου πάνω στο τραπέζι με τη φίρμα του. Εδώ, θα πάω στο ελληνικό εστιατόριο και -δυστυχώς, θα το πω- τις περισσότερες φορές το λάδι είναι ταγγισμένο. Ο εστιάτορας και ο ξενοδόχος είναι ο πρέσβης των Ελλήνων παραγωγών. Θα έρθει ο ξένος και πρέπει να φάει στην Ελλάδα καλό λάδι, να γυρίσει στη χώρα του και να το αναζητήσει. Οταν έρχεται εδώ ο τουρίστας και τρώει σπορέλαιο -όπως του σερβίρουν στα περισσότερα εστιατόρια- ή αναμεμειγμένα λάδια ή ταγγισμένα, τι να αναζητήσει μετά;

Εχετε πάρει καμία πρωτοβουλία σχετικά με αυτό;

Οταν πρωτοξεκινήσαμε τη γιορτή ελιάς και λαδιού, τον τρίτο χρόνο, στείλαμε πρόσκληση σε όλους τους εστιάτορες της Λακωνίας να τους στείλουμε ένα μπουκαλάκι των 100 γραμμαρίων και να μας στείλουν ενημερωτικό σημείωμα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας. Από τις 3.000 επιστολές που στείλαμε, μας απάντησαν 10. Θέλαμε να το διαθέσουμε δωρεάν, κι όμως δεν υπήρξε ενδιαφέρον. Οπως καταλαβαίνετε, το σχέδιο ναυάγησε.