ΜΑΓΚΑΖΙΝΟ - ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - Μουσική -

Μία συνέντευξη σε δύο πράξεις με τον Κορίνθιο Σεραφείμ Τσοτσώνη

"Ήμουν 7 χρονών όταν ξεκίνησα να παίζω πιάνο. Έφευγα από το χωριό μου έξω από την Κόρινθο και πήγαινα στο Κιάτο, στο εθνικό ωδείο. Σε ηλικία 12 με 14 είδα ένα ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ με τον Brian Eno, από τον οποίο, όπως και από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, έχω επηρεαστεί πάρα πολύ" .

Jon Hopkins εσείς; Serafim Tsotsonis εμείς. Αυτό έχω κατά νου τη στιγμή που με τη Νίκη Χάγια υποδεχόμαστε τον Σεραφείμ Τσοτσώνη στο στούντιο του Best 92.6 για να μιλήσει στον αέρα για το νέο του δίσκο, Believers, όμως δεν του το λέω γιατί προφανώς αναγνωρίζω τον εξ ορισμού ελλειματικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης διαπίστωσης, γιατί έχει να κάνει μόνο με το τραγούδι (“Alone”) που ακούω επαναληπτικά το τελευταίο 24ωρο, ενώ το προηγούμενο άκουγα το “Nowhere” (Chromatics εσείς; Serafim Tsotsonis εμείς!), το αμέσως προηγούμενο το “Run” (Rival Consoles εσείς; Serafim Tsotsonis εμείς!) ενώ την επομένη της ραδιοφωνικής μας συνεύρεσης τη σκυτάλη θα έπαιρνε το “Broken Wings” (Beach House εσείς; Serafim Tsotsonis εμείς!) και στο πέρασμα των ημερών κάθε ένα από τα τραγούδια του Believers, ενός δίσκου που προσφέρει απλόχερα τόσα highlights μόνο και μόνο για να αδικηθεί τελικά αν ακουστεί αποσπασματικά.

Γιατί μόνο όταν ακουστεί από την αρχή μέχρι το τέλος του, ακόμη και από όσους δεν έχουμε τις δέουσες τεχνικές γνώσεις (ή μάλλον ακριβώς από όσους δεν έχουμε τις δέουσες τεχνικές γνώσεις) περί σύνθεσης, ενορχήστρωσης και ηχογράφησης ηλεκτρονικής -ας την πούμε έτσι χάριν ευκολίας- μουσικής, μπορεί να γίνει αντιληπτή με έναν σχεδόν υπερβατικό τρόπο η -για πέμπτη και πληρέστερη από ποτέ, φορά, σε επίπεδο ατομικής δισκογραφίας- σχολαστική δουλειά αυτού του συνθέτη και παραγωγού που εξευμενίζει χωρίς να αποδυναμώνει τον σκληρό, πειραματικό πυρήνα του μέσα σε ένα ευφυώς εύληπτο cinematic ηχητικό πλαίσιο, και -το σημαντικότερο- χωρίς να κάνει θέμα τίποτα από τα παραπάνω.

Ας μην μακρηγορούμε, όμως, γιατί το κόκκινο ON AIR έχει ανάψει…

Σεραφείμ, είσαι εδώ μαζί μας στο στούντιο με αφορμή την κυκλοφορία του νέου σου δίσκου, με τίτλο Believers. Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τον προηγούμενο;

Το 2016 έκανα τον προηγούμενο δίσκο, το She Swims, στη Hush Hush Records, στην Αμερική, για την ακρίβεια στο Σιάτλ.

Και τώρα επέστρεψες στην Klik Records. 

Ναι, τώρα ξανά στην Klik, την παλιά μου εταιρία.

Πριν από οτιδήποτε άλλο, οφείλουμε να σου πούμε το εξής: όταν ανακοινώσαμε στα social media, δεξιά κι αριστερά, ότι θα ερχόσουν ως μουσαφίρης στον Best 92.6, δεν ακούσαμε ούτε ένα ψήγμα γκρίνιας. «Το καλύτερο παιδί», «δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος», κάπως έτσι ήταν όλα τα σχόλια. Κάπως σαν να σε ακολουθεί η φήμη του πολύ καλού παιδιού.

Πάλι καλά!

Ας ξετυλίξουμε όμως το νήμα του νέου σου δίσκου. Πότε, πώς και πού ηχογραφήθηκε;

Τον δίσκο ξεκίνησα να τον γράφω από πέρυσι τον Αύγουστο, στο στούντιό μου στην Αθήνα.

Έγραψα πάρα πολλά κομμάτια κι άφησα πολλά στην άκρη ώστε να βγάλω ένα αποτέλεσμα στο οποίο το ένα τραγούδι να έχει σχέση με το άλλο.

Ήδη από τον προηγούμενό μου δίσκο, το She Swims, είχα επηρεαστεί πάρα πολύ από το λεγόμενο modern classical είδος, αλλά αυτή τη φορά ήθελα να αλλάξω κάπως, να το πάω λίγο αλλού, να πειραματιστώ με καινούρια πράγματα. Ξεκίνησα λοιπόν και κάποια στιγμή έβαλα κι άλλους μουσικούς στο παιχνίδι.

Το πράγμα με πήγαινε μόνο του προς electronica, post-rock στοιχεία, προς τα εκεί. Έγραφα καινούρια τραγούδια, κάποια δε μου άρεσαν, τα άφηνα στην άκρη και ξεκινούσα πάλι από την αρχή. Ώσπου γύρω στα Χριστούγεννα κατέληξα στον ήχο που ακριβώς ήθελα να βγάλω και στο concept αυτού του δίσκου.

«Μερικές φορές έχω στεναχωρηθεί, ίσως γιατί κάποια κομμάτια μου δεν πήγαν τόσο καλά όσο περίμενα. Ναι, έχει συμβεί αυτό. Αλλά θέλω να είμαι ειλικρινής: ποτέ μα ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα ήμουν καλύτερα αν είχα μια “κανονική” δουλειά. Από πιτσιρίκι ήθελα να κάνω αυτό στη ζωή μου.»

Ήθελες λοιπόν εξαρχής το Believers να έχει ένα συγκεκριμένο ηχητικό στίγμα.

Εννοείται. Ήθελα να έχει cinematic στοιχεία, να έχει μία πολυμορφικότητα, να κάνει ένα παιχνίδι και τελικά να σε ταξιδεύει κάπου.

Μιας και είπες «παιχνίδι», ας αφήσουμε για λίγο το δίσκο κι ας πάμε πολύ πίσω. Πότε άρχισες να παίζεις και γενικά να μπλέκεσαι με τη μουσική, είτε ως ακροατής είτε ως μουσικός;

Ήμουν 7 χρονών όταν ξεκίνησα να παίζω πιάνο. Έφευγα από το χωριό μου έξω από την Κόρινθο και πήγαινα στο Κιάτο, στο εθνικό ωδείο. Σε ηλικία 12 με 14 είδα ένα ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ με τον Brian Eno, από τον οποίο, όπως και από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, έχω επηρεαστεί πάρα πολύ.

Είδα λοιπόν σε αυτό το ντοκιμαντέρ πώς έφτιαχνε ο Eno τα soundscapes και αμέσως πήρα το πρώτο σινθεσάιζερ. Παράλληλα έκανα και κλασικό πιάνο, θεωρίες, όλα αυτά τα πράγματα.  Ήμουν σε μια διαρκή αναζήτηση σε ό,τι έχει να κάνει με τον ήχο, ώστε να καταφέρω να κάνω πράξη αυτό που είχα στο μυαλό μου, που ήταν κάτι πέρα από το να γράψω απλώς μια μελωδική γραμμή για ένα τραγούδι.

Ήθελα να μάθω και το κομμάτι της ενορχήστρωσης, οπότε ψαχνόμουν μόνος μου, σε μια εποχή που τα πράγματα με το internet ήταν πολύ δύσκολα…

Οπότε κατευθείαν μπήκες στον κόσμο των soundscapes και ενός γενικότερα πολυσχιδούς ήχου. Δεν πέρασες ποτέ από τη φάση της κλασικής, εφηβικής ροκ μπάντας;

Μέχρι τα 20 είχα παίξει και σε μπάντες, πλήκτρα σε new wave σχήματα, αλλά και πιάνο σε κάποια ελληνικά, ας τα πούμε έντεχνα. Στην πραγματικότητα μου άρεσαν περισσότερο πράγματα όπως η κλασική μουσική, η atonal, γενικά ό,τι μου δημιουργούσε μία όρεξη για πειραματισμό. Κι αυτό έκανα βασικά, πειραματιζόμουν για να πάω τελικά εκεί που ήθελα.

Πότε ξεκίνησε η δισκογραφική σου πορεία;

Το 2005 με το Peak στην Klik Records.

Άρα μετράς ήδη 14 χρόνια στο χώρο. Στα οποία χρόνια πόσοι δίσκοι έχουν κυκλοφορήσει με την υπογραφή σου;

Το Believers είναι ο πέμπτος προσωπικός και πέρυσι με την αδερφή μου, την Αγγελική, φτιάξαμε τους Ocean Hope και κυκλοφορήσαμε το ντεμπούτο μας, Rolling Days.

Τώρα ξέρεις, δεν γίνεται να αποφύγουμε την κλισέ ερώτηση: Πώς είναι να γράφεις μουσική με την αδερφή σου;

Υπέροχο! Η Αγγελική έχει παρουσία σε όλους τους δίσκους μου. Κάποια στιγμή έφυγε στην Αμερική, μετά ζούσε στη Βενετία, οπότε της έστελνα κομμάτια μέσω email για να βάλει φωνητικά. Άρα η Αγγελική ήταν από την αρχή δίπλα μου. Απλά ήταν ολοκλήρωση και για τους δύο το ότι φτιάξαμε τους Ocean Hope. Έγραψε η Αγγελική τα κομμάτια κι εγώ έκανα την παραγωγή και τις ενορχηστρώσεις.

Σίγουρα η σχέση που περιγράφεις είναι προτιμότερη από το να πλακώνονται στο ξύλο δύο αδέρφια, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στην εφηβεία, αν όχι και πιο μετά.

Εντάξει, και σ’ εμάς συμβαίνει κάποιες φορές, αλλά στη δουλειά είμαστε μια χαρά.

Κάτι που για εμάς τουλάχιστον έχει ενδιαφέρον είναι το κατά πόσο η δημιουργικότητα ενός καλλιτέχνη, εν προκειμένω μουσικού, επηρεάζεται από τις αλλαγές στα μέσα κατανάλωσης του παραγόμενου έργου. Δηλαδή σε επηρεάζει με κάποιο τρόπο το ότι πια ο κόσμος ακούει μουσική κυρίως μέσω streaming και όχι μέσω κάποιου φυσικού φορμά;

Με στενοχωρεί λίγο, γιατί και ως ακροατής μου αρέσει το hard copy. Από την άλλη, έτσι είναι τα πράγματα και πρέπει να τα αποδεχτούμε.

ΚΟΡΥΦΗ