ΜΑΓΚΑΖΙΝΟ - ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ -

Κορινθία 1908: Υδρονομείς και «Βοχαϊκός πόλεμος»

Τα αντιμαχόμενα μέρη, που αριθμούσαν 400 περίπου άτομα, είχαν καταλάβει στρατηγικά σημεία στους γύρω λόφους και δεν απέμενε παρά μια σπίθα για να εκραγεί θύελλα, που θα έφερνε συμφορές.

του Ματθαίου Ανδρεάδη
δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Πολίτης" στις 25/4/2008, τ. 254, σ.2

Οι αγροφύλακες (δραγάτες), που από παληά έφερναν ασπίδα με την επιγραφή «αγροφύλαξ του δήμου...» (τάδε), όπλο και ρόπαλο, συνέχιζαν και το 1908 να γυρίζουν την περιοχή τους ακαταπαύστα, και τις νυκτερινές ώρες, προσέχοντας σπαρτά, δενδροφυτείες και καρπούς, ώστε κανείς «να μη κόπτη ή φθείρη τα γεννήματα άλλου,να μη αρπάζη ξένην κοπριστικήν ύλην, να μη φθείρη εμφυλιάσεις καρπίμων δένδρων άλλων, να μη οδηγή εις ξένην ιδιοκτησίαν ζώα οποιουδήποτε είδους και ποτέ εις τα τεχνητά λειβάδια, εις αμπελώνας, φυτείας ελαιώνων, συκαμίνων, ροδίων, λεμονίων» κ.ά, παρεμποδίζοντας τον καθένα «να εμβαίνη, έφιππος και πεζός, εις εσπαρμένους παρ’ άλλων αγρούς,όπου ευρίσκονται γεννήματα καθώς και κάθε άλλου προϊόντος».

Και απαγορεύοντας «εις τους σταχυολόγους, καλαμωτάς και επιφυλλιστάς, να εμβαίνωσιν εις τους αγρούς, χλόας και αμπέλους, όπου είναι συναγμένοι καρποί, πριν της εντελούς μετακομιδής των»,κ.ο.κ.

Συν τω χρόνω οι αγροφύλακες έγιναν και υδρονομείς.

Το αρδευτικό ζήτημα, που δεν απασχολούσε μόνο την Κόρινθο και τη Βόχα, το 1908 συντάραξε την Σικυώνα. Αγροφύλακες, που είχε διορίσει ο δήμαρχος Π. Ζούζουλας, επιχείρησαν τη διανομή του αρδευτικού νερού, κατά τις οδηγίες του.

Στην περίπτωση όμως αυτή, τους αγροφύλακες έπρεπε να διορίσουν οι τοπικοί εκλογείς, που είχαν αρμοδιότητα σε ολόκληρη την περιοχή Συκιάς, την οποία χείμαρρος τη χώριζε σε δύο τμήματα, απ΄τα οποία το μεν δυτικό, που περιλάμβανε τα τρία τέταρτα των σπιτιών,ανήκε στο δήμο Τρικάλων-Ξυλοκάστρου, ενώ το ανατολικό μόνο τμήμα στο δήμο Σικυώνος.

Ξέσπασε, λοιπόν διαμάχη.

Οι κάτοικοι της περιοχής Γελλήνης απέπεμψαν τους αγροφύλακες, λέγοντας:

Τι δικαίωμα έχετε να έλθετε από τη Σικυώνα για να καταλάβετε τα κτήματά μας;

Και επακολούθησαν τηλεγραφήματα επι τηλεγραφημάτων, διαταγές επί διαταγών του νομάρχη, απειλές, πιέσεις, αποστολές χωροφυλάκων, έκτακτος απεσταλμένος στο Κιάτο κ.ά.

Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν την ίδια χρονιά μεταξύ των χωριών Μελισσίου και Γελλήννης. Κι΄εδώ ξέσπασαν διαμάχες για το νερό, που περνώντας κοντά στα δυο αυτά χωριά, μοιραζόταν δίκαια μέχρι τότε.

Τη χρονιά όμως αυτή οι Γελληνιάτες αποφάσισαν ν΄ ανοίξουν νέο αυλάκι στο πάνω μέρος της περιφέρειά τους για να μεταφέρουν το νερό του Αγ.Γεωργίου στο χωριό τους, στερώντας έτσι κατά το 1/4 περίπου το νερό απ΄τους Μελισσιώτες.

Ξέσπασαν, λοιπόν, μεγάλες έριδες ανάμεσα στους Γελληννιάτες και τους κατοίκους των χωριών Μελίσσι και Συκιάς, που έχοντας δικαιώματα στο νερό αυτό, θέλησαν να εμποδίσουν τους πρώτους.

Κλήθηκε ο Ειρηνοδίκης Σικυώνος Αθ. Σωτήρχος για να λάβει προσωρινά (ασφαλιστικά) μέτρα ενώ τα αντιμαχόμενα μέρη, που αριθμούσαν 400 περίπου άτομα, είχαν καταλάβει στρατηγικά σημεία στους γύρω λόφους και δεν απέμενε παρά μια σπίθα για να εκραγεί θύελλα, που θα έφερνε συμφορές.

Ελήφθησαν πάντως δικαστικά μέτρα,αλλά οι Γελληνιάτες δεν παρέστησαν στο Δικαστήριο. Επιφυλλάχτηκαν να πάρουν «ιδία δυνάμει» τα δικαιώματά τους.

Μόλις έφυγε ο Ειρηνοδίκης, οι μισοί Γελληνιάτες «εξεστράτευσαν συν γυναιξί αξινοφορούσαις και τέκνοις» ν΄ανοίξουν πάλι (με τα ξινάρια) το αυλάκι που είχε κλείσει ο Ειρηνοδίκης.

Επειδή ωστόσο το άλλο χωριό δεν θάμενε με σταυρωμένα τα χέρια, στις κρίσιμες αυτές περιστάσεις, κατέφθασε ο υποδιοικητής της αστυνομίας Τσιάκας με δύναμη χωροφυλάκων και κατόρθωσε, επεμβαίνοντας στους χωρικούς, να τους λύσει τη διαφορά, «επελθουσών εκατέρωθεν εξηγήσεων και αρθείσης πάσης αφορμής δια το μέλλον προς διένεξιν».

Και ο αστυνόμος συνεπακόμισε τις ευχαριστίες των φιλιωθέντων χωριών και επανήλθε η τάξη και προλήφθηκαν λυπηρές σκηνές, «γνωστού όντος εκ του λεγομένου ενταύθα Βοχαϊκού πολέμου», πόσην οξύτητα φέρνουν και ποιές διαστάσεις παίρνουν οι μεταξύ των κοινοτήτων υδατικές διαφορές.

Αφού αποκαταστάθηκε η τάξη, ο Ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος Τσιάκας, γύριζαν μέχρι αργά το βράδυ τα διαμαχόμενα χωριά καθησυχάζοντας, με κατάλληλες νουθεσίες, τα εξημμένα πνεύματα και υποδεικνύοντας διαφόρους τρόπους ικανοποιήσεως και των δυο μερών.

ΚΟΡΥΦΗ