ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ


** Ο Βασίλης Μπαλάφας είναι Τεχνολόγος Πληροφορικής και Δικτύων, με μεταπτυχιακά στις Επικοινωνίες Δεδομένων και τις Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτικές


Η Νέα Δημοκρατία κλείνει αισίως 4 μήνες εσωκομματικής διαδικασίας για την ανάδειξη νέου Προέδρου. Μια διαδικασία που πρακτικά ξεκίνησε λίγο μετά τις Εθνικές Εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, διένυσε τον Οκτώβριο με τις προετοιμασίες, έφτασε στα τέλη Νοεμβρίου με την αστοχία του ηλεκτρονικού συστήματος, για να καταλήξει στα τέλη Δεκεμβρίου να διεξαχθεί ο πρώτος γύρος και σήμερα να βρισκόμαστε προ των πυλών του δεύτερου, στις 10 Ιανουαρίου 2016.

Όλα αυτά συνέβησαν σε ένα κόμμα με καταστατικές διατάξεις, συντεταγμένα όργανα και δομές πολυετώς και πολλαπλώς δοκιμασμένες. Συνέβησαν σε ένα κόμμα που είχε «εγχειρίδιο χρήσης» και που δεν προσπαθούσε μέσα από αυτές τις διαδικασίες να αποκτήσει ή να διαμορφώσει τα χαρακτηριστικά ενός πειθαρχημένου, ορθολογικού πολιτικού οργανισμού. Είναι όμως έτσι ; Τυπικά ναι. Πρακτικά, με βάση τις δηλώσεις των υποψηφίων Προέδρων, πουόλοι ανεξαιρέτως μίλησαν για ανάγκη βαθειάς αναδιοργάνωσης, ανασύνταξης και επανεξέτασης δομών και διαδικασιών, όχι.

Αυτό το «όχι» ήταν γνωστό στη ΝΔ, ήδη από τα μέσα του 2011, όταν και ξεκίναγε υπόκωφα στην αρχή, καταφανέστατα στη συνέχεια, το πλήρες ξεχαρβάλωμα των κομματικών δομών και λειτουργιών στην πορεία προς τη «βίαιη» σύμπλευση με το ΠΑΣΟΚ, με επιχείρημα την ανάγκη διακυβέρνησης της χώρας. Πως προέκυψαν όμως αυτοί οι συμβιβασμοί και με ποιον τρόπο επικοινωνήθηκαν – εξηγήθηκαν στα μεσαία και ανώτερα στελέχη της ΝΔ ; Η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ήταν κάτι το απροσδόκητο για τον κομματικό οργανισμό της ΝΔ ή εξυφαινόταν εν αγνοία του στελεχιακού δυναμικού μέσα από δευτερεύοντα ζητήματα που όμως σε κάθε στροφή που γινόταν, «άδειαζαν» ψυχολογικά, ηθικά και πολιτικά, κομμάτια του οργανισμού της ΝΔ ;

Θυμάμαι, τον Ιούλιο του 2011, ενόψει της κατάθεσης του νομοσχεδίου Διαμαντοπούλου, είχαμε συνεδρίαση του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της ΝΔ, του αμιγώς υπεύθυνου κομματικού οργάνου για τη χάραξη και πρόταση θεματικής πολιτικής. Η απόφαση που πάρθηκε – σύμφωνη με την τότε ηγετική ομάδα – ήταν να προετοιμαστεί πολυσέλιδο κείμενο με τα ευάλωτα σημεία του νόμου από επιτροπή με τη συμμετοχή των καθηγητών Κυριαζή και Τσαλίδη. Στις 17 Ιουλίου η Μ. Γιαννάκου, με βαρυσήμαντο άρθρο της, κατακεραύνωνε το νομοσχέδιο, χαρακτηρίζοντάς το «παρωδία εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης».

Μέχρι και μερικές ώρες πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου, άπαντες (σχεδόν) στη ΝΔ ήξεραν ότι το νομοσχέδιο θα καταψηφιστεί. Τελικώς ψηφίστηκε από τη ΝΔ, δημιουργώντας ένα ορόσημο εκείνη την εποχή για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τηνπρωτοφανή υπερψήφιση νομοσχεδίου από τα 4/5 της Βουλής. Κανείς ποτέ δεν εξήγησε στον Τομέα και στα μέλη του αυτή τη μεταστροφή και ο Τομέας δεν ξανασυνεδρίασε.

Επιτρέψτε μου άλλη μια αναδρομή. Αρχές Οκτωβρίου 2011. Συνεδρίαση του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της ΝΔ, με επικεφαλής τον κ. Σ. Κεδίκογλου. Παραμονές της κατάθεσης σχετικού νομοσχεδίου από την τότε Κυβέρνηση, με τα περιφερειακά και τοπικά ΜΜΕ να πλήττονται ιδιαίτερα από τις επικείμενες διατάξεις. Ο Τομέας καταθέτει πλέγμα προτάσεων επικεντρωμένο στα επαρχιακά ΜΜΕ όπως είχε ζητηθεί από την ηγεσία. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι έγινε με αυτό κείμενο, τι έγιναν αυτές οι προτάσεις, ο τομέας δεν ξανασυνεδρίασε, η ηγεσία ουδέποτε υιοθέτησε το πλέγμα προτάσεων που η ίδια ζήτησε.

Η ΝΔ είχε αρχίσει ήδη να αποκόβεται από το δυναμικό της και τις συλλογικές διαδικασίες της, διαδικασίες που υπενθυμίζω είχαν αποτελέσει υπόσχεση και κορωνίδα της τότε ηγεσίας. Τα γεγονότα που ακολούθησαν μάλλον δικαιολογούν αυτά που περιέγραψα. Το Νοέμβριο του 2011 σχηματίζεται η Κυβέρνηση Παπαδήμου, για να φτάσουμε στα μέσα του 2012 στην τρικομματική Κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ.

Πολλοί από τους 400.000 που ψήφισαν στον πρώτο γύρο θα αναρωτηθούν γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα. Κι όμως, αυτά είναι η ρίζα του προβλήματος που καλείται να αντιμετωπίσει η ΝΔ. Γιατί δεν μπορεί να επιζητάς μαζικές διαδικασίες ανάδειξης Προέδρου και μετά να κατεβάζεις τους διακόπτες της συμμετοχικότητας και της συνεργασίας εντός του πολιτικού οργανισμού. Δεν γίνεται να φτιάχνεις ηλεκτρονικές δομές συμμετοχής των πολιτών στη διαμόρφωση πολιτικής και ύστερα να τις αγνοείς.

Την Κυριακή λοιπόν η ΝΔ πρέπει να εκλέξει Πρόεδρο που να μπορεί να κατανοήσει την αγωνία του μέσου και ανώτερου στελέχους για τα παραπάνω. Που να έχει περπατήσει στις κομματικές δομές σκαλί – σκαλί και να κατανοεί την απογοήτευση που νιώθει το στελεχιακό δυναμικό – που προέρχεται από τη συνεχώς αποθεωνόμενη βάση – όταν αγνοείται. Που να έχει την εμπειρία της σύνθεσης και της συνέργειας σε θεσμικό επίπεδο και όχι απλώς την επιτυχία εφαρμογής μιας πολιτικής τύπου μπούσουλα που απετέλεσε «διαγώνισμα» καλής υπουργικής συμπεριφοράς. Η Πολιτική περιλαμβάνει και την παραγωγή πολιτικής, όχι απλώς τα «εύσημα» πιστής τήρησης ενός οδικού χάρτη.

Η ΝΔ χρειάζεται Πρόεδρο που μετά από τις όποιες αστοχίες δεν θα βγαίνει στα κανάλια για να φορτώσει στους διπλανούς του τις ευθύνες προσπαθώντας να καρπωθεί εντυπώσεις και ψήφους για τη διεκδίκηση του αξιώματός του.Που δεν θα διστάζει να μπαίνει μπροστά, που δεν θα φοβάται να γεφυρώσει, να ακούσει και να συνθέσει απόψεις εντός του οργανισμού. Που θα ξέρει τι σημαίνει Νεολαία, Φοιτητικό, Τοπική Οργάνωση, Νομαρχιακή Οργάνωση, Συνέδριο, Πολιτική Επιτροπή και δεν θα τα αντιμετωπίζει μόνο ως πεδίο καταμέτρησης και διαμόρφωσης εσωκομματικών συσχετισμών.

Η ΝΔ χρειάζεται την Κυριακή τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη περισσότερο από όσο εκείνος τη ΝΔ. Γιατί ο ίδιος έχει φτάσει ήδη σε μια από τις κορυφές, στην Προεδρία της Βουλής, δεν τον ενδιαφέρει να «κλαδέψει» διπλανούς ή να δημιουργήσει τη δική του ομάδα εντός του κόμματος. Γιατί έχει επιδείξει άριστη συμπεριφορά ως Γραμματέας του κόμματος, γιατί υπήρξε απόλυτα μετριοπαθής, ήπιος, ψύχραιμος και ώριμος σε όλη αυτή τη διάρκεια των 4 περίπου μηνών, γιατί δεν επικαλείται απλώς τον ριζοσπαστικό κοινωνικό φιλελευθερισμό, έχει πλέον την εμπειρία και την ικανότητα να τον πρεσβεύει.

Και επειδή εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με το κομματικό, αλλά και με το Εθνικό, η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια ΝΔ απονευρωμένη που θα διοικείται απλώς από μια κλειστή ομάδα. Έχει ανάγκη μια ΝΔ που θα παράξει στρατηγικό όραμα, στελεχιακό δυναμικό αξιοκρατικά και καταστατικά επιλεγμένο. Δεν έχουμε ανάγκη να δημιουργήσουμε ακόμη ένα «μπουλούκι εξουσίας». Έχουμε ανάγκη από μια ΝΔ βασισμένη στα ισχυρά θεμέλια της ιδρυτικής της διακήρυξης, από μια ΝΔ στραμμένη στη σύνθεση και στις ρίζες της. Είναι η τελευταία της ευκαιρία. Και κατά βάθος, αυτό το γνωρίζουν όλοι ήδη από τώρα.