ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΜΠΟΡΑΣ


**


Η νίκη του Κ. Μητσοτάκη στις εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ. εχθές Κυριακή είναι μία εξέλιξη που αναμφίβολα διαμορφώνει ένα νέο τοπίο στο πολιτικό σύστημα.

Όχι γιατί ήταν ένα (σχετικά) απίθανο ενδεχόμενο αλλά περισσότερο γιατί δημοσκόποι και πλήθος κομματικών παραγόντων είχαν προεξοφλήσει τη νίκη Μειμαράκη (και κατ’ επέκταση του «καραμανλικού» μπλοκ) και μία έμμεση αλλά διακριτή «συγκυβέρνηση» με το ΣΥΡΙΖΑ υπό τη λογική ότι η Ν.Δ. ήταν εξ’ αρχής υπέρμαχη των μεταρρυθμίσεων που φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν ήθελε να λάβει και το ανάλογο πολιτικό κόστος μιας εφαρμογής τους.

Τα συμπεράσματα που καταλαβαίνουμε από αυτή την εξέλιξη συνοψίζονται στα παρακάτω:

  1. Η Ν.Δ. αποκτά έναν αρχηγό με τη λογική «πάμε να πάρουμε και πάλι την εξουσία» και όχι «πάμε για να περιμένουμε να πέσουν οι άλλοι» και αυτό σίγουρα έπαιξε ένα ρόλο στην απόφαση της ψήφου αρκετών Νεοδημοκρατών που ήθελαν μια πιο «επιθετική»¨δυναμική
  2. Η πλευρά Σαμαρά φαίνεται να βγαίνει ενισχυμένη από την εξέλιξη αυτή, αφού χωρίς τη βοήθειά της δεν θα ήταν εφικτή η εκλογή Μητσοτάκη. Αυτό βέβαια ίσως αποδειχθεί ένα «δίκοπο μαχαίρι» στην πορεία όταν και θα μοιραστούν εκ νέου οι θέσεις ευθύνης στο κόμμα.
  3. Η εκλογή Μητσοτάκη κρατά τους πάντες ικανοποιημένους στη Ν.Δ. στο μέτρο πάντα του εφικτού αφού είναι ένα κεντρώο πολιτικό πρόσωπο με ακόμη πιο προωθημένες θέσεις σε θέματα οικονομίας από την «καραμανλική» Κεντροδεξιά αλλά και με ακόμη μεγαλύτερη διαφορά από το «δεξιό» βραχίονα του κόμματος. Μοιάζει σαν η Ν.Δ. ανάμεσα σε δυο επιλογές, να διάλεξε μία τρίτη τελικά, ασχέτως εάν αυτή προέκυψε με τη βοήθεια μιας εκ των δυο άλλων.
  4. Όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, η αναβολή των εκλογών και όλα τα «μπρος-πίσω» έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τελική του διαμόρφωση, αφού ο Κ. Μητσοτάκης δικαιώθηκε ζητώντας περισσότερο χρόνο για να ακουστούν οι απόψεις του καθενός αλλά και να παρουσιαστεί ο ίδιος ως ένας υποψήφιος με σοβαρές προοπτικές και όχι ο «κομπάρσος» της μάχης Μειμαράκη-Τζιτζικώστα (ή καλύτερα Καραμανλή-Σαμαρά).
  5. Αποδεικνύεται ότι ο Κ. Μητσοτάκης έμαθε από τα λάθη της αδερφής του, Ντόρας. Δεν την ακολούθησε στο κόμμα που δημιούργησε διατηρώντας σοβαρές ενστάσεις, πρότεινε (σωστά και εδώ) και πέτυχε την επιμήκυνση του χρόνου διεξαγωγής των εκλογών σε αντίθεση με τη Ντόρα που το 2009 έχασε τη νίκη αποδεχόμενη την εκλογή από τη βάση (όπου υστερούσε). Κατάφερε επίσης να παίξει σωστά και το «χαρτί» των συμμαχιών με παραδοσιακούς εσωκομματικούς αντιπάλους (μπλοκ Σαμαρά) οι οποίοι πιθανώς να εκτίμησαν (ως ένα βαθμό) τη στάση του όταν η Ντόρα έφτιαξε το δικό της κόμμα.
  6. Μία σημαντική λεπτομέρεια πιθανώς να ήταν τελικά και η υποψηφιότητα του κ. Άδ. Γεωργιάδη, όσο και αν αυτό δεν φαίνεται. Είναι διαφορετικό να συντάσσεται μαζί σου ένας εκ των υποψηφίων με καταγεγραμμένο το 10% και πανελλαδική προβολή (κατά τη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας) και άλλο ένας «φωνακλάς» με κάποια δυναμική αλλά χωρίς καταγεγραμμένη δύναμη. Υπό μία οπτική ήταν το ανάλογο του Δ. Αβραμόπουλου το 2009 επηρεάζοντας τις λεπτομέρειες των εξελίξεων.
  7. Όπως έγραψε και ο φίλος δημοσιογράφος Γ. Γουγάς η νίκη Μητσοτάκη πιθανώς να φέρει έναν κόσμο από την Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι κυρίως και ιδιαίτερα τους υπέρμαχους της Ε.Ε. και των μεταρρυθμίσεων) στη Ν.Δ. Υπό αυτή τη λογική η εκλογική επιβίωση των δυο παραπάνω σχηματισμών στις επόμενες εκλογές τίθεται σε αμφιβολία (όποτε και αν αυτές γίνουν) αφού ο κεντρώος ψηφοφόρος θα σκεφτεί «γιατί να ψηφίσω ένα μικρό κεντρώο κόμμα τη στιγμή που ένα μεγαλύτερο έχει κεντρώο αρχηγό». Βέβαια αυτή είναι μία εξέλιξη που πιθανώς να έδινε νίκη σε εθνικές εκλογές αλλά όχι πλειοψηφία στη Βουλή αφού χωρίς την ύπαρξη αυτών θα ήταν απίθανη μία κυβερνητική πλειοψηφία (εξαιρουμλενου του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ βεβαίως). Όπως είναι πολύ πιθανό να μην ξαναδούμε στη Βουλή και την «Ένωση Κεντρώων» του κ. Β. Λεβέντη.
  8. Η ευρέως φημολογούμενη επιστροφή του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή με κάποιο τρόπο στο προσκήνιο φαίνεται να παραπέμπεται στις καλένδες (εκτός ακραίων εξελίξεων) αφού θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί ο κύκλος του νέου αρχηγού.

Το ερώτημα που τώρα δημιουργείται είναι εάν μια χώρα με «βομβαρδισμένη» από φόρους οικονομία μπορεί να ορθοποδήσει χωρίς κρατικές επενδύσεις όπως για παράδειγμα έκανε η Αμερική το 1933 με το «new deal».