Μειώνεται το εργατικό δυναμικό στον πρωτογενή τομέα της Ελλάδας, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Παρότι ο αγροτικός κλάδος θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας, η εν λόγω στατιστική αποτυπώνει μια δυσοίωνη πραγματικότητα.

Όπως αναφέρει η υπηρεσία, η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα μειώθηκε κατά 4,6% για το γ’ τρίμηνο του 2015, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2014. Τη μερίδα του λέοντος σε ποσοστό απασχολουμένων έχει η Περιφέρεια Πελοποννήσου με 30% επί του συνόλου, και ακολουθεί η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με ποσοστό 29%.

«Ουραγοί» είναι οι Περιφέρειες Νοτίου Αιγαίου (6,5%) και Ιονίων Νήσων (6.9%), αφού εκεί ο τουρισμός έχει τα πρωτεία, και φυσικά το λεκανοπέδιο της Αττικής με 1,1%. Αξιοσημείωτα ποσοστά απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα σημειώνουν η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας με 25,3%, η Περιφέρεια Θεσσαλίας με 24,6% και η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας με 22,8%

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό των εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα είναι πλέον στο 12,6%, δίχως να διαφαίνονται προοπτικές ανάκαμψης. Αντίθετα, τόσο στο δευτερογενή όσο και στον τριτογενή τομέα, καταγράφηκε αύξηση των απασχολουμένων (3,4% και στους δύο τομείς).

Ο τριτογενής τομέας παραμένει ο πιο ελκυστικός για τους εν Ελλάδι απασχολούμενους, και μάλιστα σε υπερβολικά υψηλό ποσοστό (72,4%).

Ο δευτερογενής τομέας παραμένει σχετικά κοντά στον πρωτογενή, με ποσοστό 15%. «Μεταφράζοντας» το ποσοστό σε απόλυτους αριθμούς, στον πρωτογενή τομέα καταγράφεται συνεχής μείωση των απασχολουμένων, καθώς από τους 483.600 στο γ΄ τρίμηνο του 2014, έφτασαν στους 461.300 στο φετινό γ΄ τρίμηνο.

O πρόεδρος της Ένωσης Νέων Αγροτών Αχαΐας σχολίασε στον Αγροτύπο τη μείωση των απασχολουμένων, δηλώνοντας πως «όλες οι πολιτικές οδηγούν σε συρρίκνωση τον αγροτικό τομέα, παρότι αυτός είναι το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας.

Μία θέση αγροτική δίνει τέσσερις επιπλέον θέσεις εργασίας. Οι νέοι αγρότες σήμερα έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα που χρονίζουν και δεν είναι σημερινά. Καταρχάς το επάγγελμα του αγρότη συνεπάγεται σκληρό τρόπο ζωής.

Επίσης, χρειάζεται αρκετή δουλειά αλλά και εκπαίδευση με προσδιορισμό του επαγγέλματος και πιστοποίηση.

Παράλληλα, χρειαζόμαστε φορολογία και επιδοτήσεις με αναπτυξιακό χαρακτήρα, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε εισακουστεί. Όλα αυτά συνθέτουν μια αρνητική εικόνα ενός χώρου χωρίς κανόνες, που επιτείνει την αβεβαιότητα, ειδικά στη σημερινή δύσκολη συγκυρία».